Παραιτείται ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά Σωτήριος έπειτα από 52 χρόνια αρχιερατείας

Γράφει ο Δημήτρης Παπαδόπουλος

Ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά Σωτήριος προτίθεται να υποβάλει την παραίτησή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις αρχές του Ιουλίου, κλείνοντας 52 συνεχόμενα χρόνια αρχιερατείας στη χώρα. Η είδηση μεταδόθηκε αρχικά από τον «Εθνικό Κήρυκα», την ομογενειακή εφημερίδα, και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος την επιβεβαίωσε ευρισκόμενος στο Βανκούβερ σε ποιμαντική επίσκεψη.

Όπως ανέφερε, προγραμματίζει το πρώτο Σάββατο του Ιουλίου να μεταβεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ώστε να συζητήσει το θέμα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, και κατόπιν θα προβεί σε δηλώσεις. Το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μέσα από την οποία θα ολοκληρωθεί θεσμικά η διαδικασία κατά την εκκλησιαστική τάξη. Σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές, οι εξελίξεις αναμένονται μέσα στις πρώτες ημέρες του Ιουλίου.

Η συγκυρία ακολουθεί από κοντά ένα ορόσημο στη ζωή του ιεράρχη. Συμπλήρωσε πρόσφατα το 90ό έτος της ηλικίας του, ενώ την Κυριακή 14 Ιουνίου 2026, περισσότεροι από 600 άνθρωποι παρακάθησαν σε δείπνο στο Πολιτιστικό Κέντρο της Αρχιεπισκοπής Καναδά, στο Τορόντο, για να τιμήσουν τη ζωή και το έργο του για την Εκκλησία. Στην ομιλία του εκείνο το βράδυ αναφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια στην Ήπειρο, στην αγάπη του για την Εκκλησία από νεαρή ηλικία, στους ευεργέτες που στήριξαν την πορεία του και στην ανάπτυξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Καναδά κατά τον τελευταίο μισό αιώνα. Απέδωσε καθοριστικό ρόλο στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, θυμίζοντας πως το 1996 ο Καναδάς έγινε ξεχωριστή Μητρόπολη από την Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής.

Ο Σωτήριος, κατά κόσμον Σωτήριος Αθανασούλας, γεννήθηκε στα Λεπιανά της Άρτας, στην Ήπειρο, στις 19 Φεβρουαρίου 1936. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο στη Θεολογία από το Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ. Υπηρέτησε ως επιμελητής στη Θεολογική Σχολή της Βοστώνης και ομιλεί ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά. Χειροτονήθηκε διάκονος στις 17 Ιουλίου 1962 και πρεσβύτερος την επομένη, αναλαμβάνοντας εκκλησιαστική διακονία στον Καναδά το ίδιο έτος, όπου υπηρετεί έκτοτε αδιάκοπα.

Εξελέγη επίσκοπος στις 18 Δεκεμβρίου 1973, επί Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιακώβου, και χειροτονήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1974. Προήχθη σε επίσκοπο Τορόντο το 1979. Το 1996, ύστερα από την αλλαγή του Συντάγματος της Αρχιεπισκοπής Αμερικής και τη διάσπαση της ενιαίας δικαιοδοσίας, ανυψώθηκε σε Μητροπολίτη Τορόντο και Έξαρχο παντός Καναδά. Τον Ιούνιο του 2019 ανυψώθηκε σε Αρχιεπίσκοπο Καναδά.

Η έκταση της ανάπτυξης της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της θητείας του αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του ως επίσκοπος, υπήρχαν 22 Ελληνικές Ορθόδοξες Κοινότητες στον Καναδά. Σήμερα ο αριθμός φτάνει σχεδόν τις 80, ενώ η Ομογένεια σε ολόκληρη τη χώρα υπολογίζεται σε περίπου 450.000 ανθρώπους.

Στη διάρκεια αυτών των δεκαετιών ίδρυσε ένα ευρύ φάσμα θεσμών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι ετήσιες Συνελεύσεις Νεολαίας, που ξεκίνησαν το 1980, η μηνιαία εφημερίδα «Ορθόδοξη Πορεία» το 1982, οι Κοινωνικές Υπηρεσίες και το πρόγραμμα Metahomes για τη στέγαση αστέγων το 1984, η Ελληνορθόδοξη Αδελφότητα του Καναδά το 1987, το εβδομαδιαίο τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ορθόδοξη Φωνή», που μεταδίδεται σε ολόκληρη τη χώρα, το 1990, η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής το 1991, γυναικείες Ιερές Μονές στο Οντάριο και στο Κεμπέκ το 1993, ημερήσια ελληνορθόδοξα σχολεία στο Οντάριο το 1996 και η Πατριαρχική Ορθόδοξη Θεολογική Ακαδημία Τορόντο το 1998. Τα επόμενα χρόνια προστέθηκαν θερινές κατασκηνώσεις, Πολιτιστικό Κέντρο το 2002, Οίκοι Ευγηρίας στο Τορόντο, στο Μόντρεαλ, στο Λαβάλ και στο Βανκούβερ, καθώς και κατοικίες για οικογένειες με ανάγκες στο Θάντερ Μπέι.

Η πορεία του τον οδήγησε και σε ευρύτερους εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς ρόλους. Υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Χριστιανικού Περιπτέρου της Διεθνούς Εκθέσεως EXPO ’67 στο Μόντρεαλ, υπήρξε μέλος του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου Βορείου και Νοτίου Αμερικής από το 1968 έως το 1996 και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου του Τορόντο από το 1975 έως το 1978. Επισκέφθηκε την Κίνα το 1981 με το Καναδικό Συμβούλιο Εκκλησιών και την Αυστραλία το 1982 με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Το 2020, ύστερα από αίτημα του Αρχιεπισκόπου και πρόταση του Πατριάρχη, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέλεξε τρεις βοηθούς επισκόπους για την Αρχιεπισκοπή Καναδά. Από εκείνο το σχήμα, για διαφορετικούς λόγους, παρέμεινε ενεργός ένας.

Για το έργο του έχει τιμηθεί με σειρά πολιτειακών και κοινωνικών διακρίσεων, μεταξύ των οποίων το μετάλλιο της Εκατονταετηρίδος του Καναδά, το μετάλλιο για τα 125 χρόνια του Καναδά, το Χρυσό Ιωβηλαίο της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ το 2002, το μετάλλιο Jubilee Diamond της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, το μετάλλιο της πόλεως των Αθηνών και τον βαθμό του Ανωτέρου Ταξιάρχου του Τάγματος του Φοίνικα της Ελλάδας.

More news

greektimes.ca