Η ιστορική διάσταση του Χριστιανικώς Ορθόδοξου χαρακτήρα του Συντάγματος

 

Γράφει ο Χαράλαμπος Β Κατσιβαρδάς

O χαρακτήρας του Συντάγματος καθίσταται Χριστιανικός και δη Ορθόδοξος, τούτο δε, προκύπτει προδήλως από την προμετωπίδα του Συντάγματος η οποία δεν αναθεωρείται, καθότι εν ονόματι της οποίας, είναι ψηφισθέν το Ελλαδικό Σύνταγμα, αρχής γενομένης από την ίδρυση του Ελλαδικού Κράτους και εξικνείται άχρι της τελευταίας, από το άρθρο 3, το οποίο πέραν από την κατοχύρωση της δογματικής ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφέρεται ότι η πλειονοψηφία του Ελλαδικού λαού, είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι με την ρήτρα η «επικρατούσα» θρησκεία, δίχως ουδόλως να θίγει την ρύθμιση του άρθρου 13 περί Θρησκευτικού πλουραλισμού.

Ο δεσμός της Ορθοδόξου παραδόσεως καθίσταται αρρήκτως συνδεδεμένη, με την ίδρυση του Ελλαδικού Κράτους, συνιστά μία μακρά παράδοση η οποία συνδέεται με την συμβολή του Κλήρου προς την απελευθέρωση της Ελλάδας αλλά και εις την διαμόρφωση της εθνικής μας συνειδήσεως, αρχής γενομένης από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τον Οθωμανικό ζυγό, μέχρι και τον εθνοαπλευθερωτικό αγώνα, άρα αποτελεί εχέγγυο και συστατικό στοιχείο της ταυτότητας του Ελληνισμού.

Η μακρά αυτή παράδοση αποτυπώνεται εις τον Εθνικό μας Ύμνο, εις την ποίηση, εις τα απομνημονεύματα των τότε ηρώων, εις την Ελληνική μας σημαία, την ανάρτηση των εικόνων εις τους δημόσιους εν γένει οργανισμούς (σχολεία, δικαστήρια), τις προσευχές, τους Αγιασμούς και εν γένει τις δοξολογίες, άρα λοιπόν αποτελούν την κυρίαρχη και ακανθώδη συνιστώσα προς την δόμηση της εθνικής μας συνειδήσεως.

Καθίσταται πρόδηλο ότι η έννοια της ταυτότητας καθίσταται ιδιαίτατα σημαντικό όπως και η ερμηνεία των όρων Εκκλησία υπό θεολογικής επόψεως και έθνους υπό ιστορικό-κοινωνικό-πολιτικής, διότι η νομική επιστήμη, ερευνά το παρελθόν, λαμβάνει υπόψη το ορθό περιεχόμενο όπου τα επιστημονικά της εργαλεία, αδυνατούν να προσδώσουν, προσφεύγοντας εις τις άλλες επιστήμες, Θεολογία, Ιστορία, προκειμένου, να λάβουν τις κατάλληλες πληροφορίες προκειμένου να ερμηνεύσουν το ορθό περιεχόμενο των όρων, μόνον κατά αυτόν τον τρόπο θα ηδύναντο να οριοθετήσουν ορθώς την έννοια έθνος Ορθόδοξη Εκκλησία, σε αντιδιαστολή του όρου Κράτος-Θρησκεία, όπως επίσης ιδιαίτατο σημαντικό είναι η μελέτη και η επιρροή των διαφορετικών δογμάτων της ίδιας Θρησκείας ή διαφορετικών εις την διάπλαση της πολιτικής κουλτούρας αλλά και την δομή της κοινωνίας.

Άρα η έννοια της ταυτότητας δέον όπως διαλαμβάνεται οπωσδήποτε διότι αποτελεί στοιχείο της συνέχεια του πολιτισμού όπως διαμορφώνεται και τον ζωντανό οργανισμό του Καταστατικού Χάρτη ενός Έθνους όπως είναι το Σύνταγμα και ύστερα οι νόμοι οι οποίοι θα συμφωνούν με αυτό, διότι ένας λαός, ένα έθνος συνδέεται οργανικά με το παρελθόν του, ως προϋπόθεση, δια το μέλλον και όρο εξέλιξης και προόδου, πόσο μάλλον όταν επελαύνει η παγκοσμιοποίηση και η προαγωγή άλλων πολιτισμών, θρησκειών και εν γένει στοιχείων, λόγω του προσφυγικού μεταναστευτικού με όλες τις συνεφελκόμενες εμφανείς και αδιόρατες πτυχές του.

Κατά συνέπεια, εις το Σύνταγμα θα πρέπει να διασφαλίζεται η κυριάρχουσα Θρησκεία η οποία συνυφαίνεται με το Ελληνικό έθνος και πολιτισμό, πριν και ιδία κατά την διαμόρφωση του Ελληνικού Κράτους, όπως τούτο μαρτυρείται από σωρεία κειμένων και πηγών, χωρίς τούτο να ορθώνεται βεβαίως πρόσκομμα εις τον θρησκευτικό πλουραλισμό που ούτως η άλλως προβλέπεται ρητώς εις το άρθρο 13 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι κάθε λαός, κάθε έθνος, η ιστορική του συνέχεια και τα θεμελιώδη πολιτισμικά του χαρακτηριστικά του οποίου διασώζονται εις τα πλαίσια του Υπερκείμενου Νόμου, του Καταστατικού Χάρτη της Πατρίδας του, όπου το Κράτος δια των θεσμικών του οργάνων τα προστατεύει και τα περιφρουρεί.

Άρα λοιπόν εξ αυτού του λόγου κάθε συλλογικό υποκείμενο φέρει και ένα όνομα όπως Ελλάδα, διότι τοιουτοτρόπως υποδηλώνεται η ετερότητα του ενός εν σχέσει ως προς τα άλλα έθνη, κατοχυρώνεται ρητώς και διακριτώς η υποδηλούσα διαχρονική ταυτότητά του ως έθνος, πολιτισμός, λαός, θρησκεία, ήθη, έθιμα, ιστορία, παραδόσεις αλλά και γλώσσα, ως εκ τούτου κάθε Έθνος-Κράτος θα πρέπει να διασφαλίσει την ταυτότητά του, και εις τα πλαίσια της οσμώσεως και αλληλοπεριχωρήσεως του με τους άλλους πολιτισμούς να διατηρεί την ανεπανάληπτη διαφορετικότητά του, για τους ως άνω λόγους λοιπόν, το άρθρο 3 επιβάλλεται να παραμείνει δεδομένου ότι δεν θίγει τον Θρησκευτικό πλουραλισμό.

Εις επίρρωσιν της ως άνω προτάσεως, παραθέτω ένα απόσπασμα από την γνώμη της ολομέλειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 23.10.1990 επί της υποθέσεως Darby κατά Σουηδίας, 11581/85, εις την οποία γνωμοδότηση παρέπεμψε λίαν προσφάτως την 18η-09-2012, με διάταξη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εις την υπόθεση ASTRAUARFELAGID κατά Ισλανδίας (22897/08)

Εξ αυτού δηλαδή συνάγεται ότι δεν σημαίνει εξ ορισμού η ύπαρξη της Θρησκείας, προ εισέτι της θεσπίσεως της συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, να συνεπάγεται αυτοδικαίως την παραβίαση της Ε.Σ.Δ.Α, χωρίς όρους ή προϋποθέσεις, με βάση την περιπτωσιολογία, εξάλλου θα προσέθετα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απαιτεί την κατάργηση της Εθνικής Κυριαρχίας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ταυτότητας του εκάστου συμβαλλομένου έθνους, διότι η κοινωνία των εθνών, εις τα πλαίσια της Ευρώπης συνυπάρχει διακριτά, δίχως να αναιρεί την αυτοτελή και ανεξάρτητη εθνική οντότητα του εκάστοτε έθνους-κράτους, εκ των οποίων εν τέλει απαρτίζεται.

Περί της ειδοποιού διαφοράς μεταξύ της Εκκλησίας και Θρησκείας, υπό την έννοια ότι εξ ιδρύσεως του Ελλαδικού Κράτους, υπό Νομικό πάντοτε πρίσμα, η Εκκλησία ως κοινότητα ήτο αποκεκομμένη από το σώμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, λόγω ότι είχε αφορίσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, εξ αυτού του λόγου, εις τα πρώτα Συντάγματα διαστέλλεται επαρκώς η έννοια της Θρησκείας (Θεολογικώς η ζώσα Ορθόδοξη παράδοση, διότι ο κλήρος αντιτάχθηκε εις την επίσημο εκκλησία και συνέδραμε με τον λαό προς την απελευθέρωση από τον επαχθή ζυγό της ανελευθερίας των Οθωμανών), από την Εκκλησία και γίνεται χρήση του όρου επικρατούσα Θρησκεία, ουσιαστικά υποδήλωνε το επικρατέστερο φρόνημα των αγωνισαμένων, ως δηλωτικό στοιχείο της Ελληνικής ιθαγενείας εις αντιδιαστολή με τους αλλοεθνείς και αλλοδόξους.

Ειδικότερον παραθέτω την αδιάσειστη και αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, η οποία καθιστά συνειδητή την θέση της ζώσης Ορθόδοξης παραδόσεως, ως την κατισχύουσα και επικρατούσα, ως δομικό συστατικό στοιχείο του υπό διαμόρφωση ελλαδικού κράτους.

Εις το προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου όπως και υιοθετήθηκε από την Εθνική Συνέλευση στις 15 Ιανουαρίου 1822 και έκτοτε, παραμένει σχεδόν ή ίδια σε όλα ανεξαιρέτως τα Συντάγματα που ίσχυαν εις την Ελλάδα μέχρι και σήμερα.

Πλην όμως ο σκοπός ήτο ιστορικός και ουσιαστικός και εξεδήλωνε την δίψα του Γένους δια την ίδρυση ενός Εθνικά Ανεξάρτητου Κράτους όπου τα κυρίαρχα στοιχεία του έθνους, τα οποία συνέβαλαν εις την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού να αποτελέσουν το θεμέλιο, τους κυρίαρχους άξονες, του καινοφανούς Καταστατικού Χάρτη του νεοσύστατου Κράτους.

Άξιο μνείας ως προς την Ιστορική αντίληψη της έννοια της Θρησκείας δια τους Έλληνες, είναι ότι, προ του Συντάγματος της Επιδαύρου, η Συνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας, την 15η Νοεμβρίου 1821, είχε ψηφίσει, την Νομική Διάταξη, τουτέστιν το Σύνταγμα της τοπικής Επικράτειας, το οποίο εκκινούταν από την Άμφισσα και περιλάμβανε την Εύβοια και την Αττική.

Πιο συγκεκριμένα εις το άρθρο 26 της Διατάξεως αυτής ανέφερε επί λέξει :
«Αν και όλας τα θρησκείας και γλώσσας δέχεται η Ελλάς και τα τελετάς και χρήσιν αυτών κατ’ ουδένα τρόπον δεν εμποδίζει, την Ανατολικήν όμως του Χριστού Εκκλησίαν και την σημερινήν γνώσσαν μόνας αναγνωρίζει ως επικρατούσας θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος»

Άρα λοιπόν η έννοια της θρησκείας αλλά και της γλώσσας αποτελούσαν τα βασικά στοιχεία των επαναστατών μέχρι την στιγμή εκείνη, ήσαν τα επικρατέστερα τα οποία νοηματοδοτούν την ίδρυση ενός, κατά το μάλλον ή ήττον, ομογενούς Κράτους.

Χαράλαμπος Β Κατσιβαρδάς
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και Στ.Ε
Ανεξάρτητος Βουλευτής

More news

greektimes.ca